Masterclass ρουσφετολογίας Αδώνιδος Γεωργιάδου
Μεταξύ των «πρωταγωνιστών», φυσικά, και ο Άδωνις Γεωργιάδης που, αφού κλιμάκωνε με δηλώσεις του στυλ «μπορώ να σας πω ρουσφέτια από τον 5ο αιώνα», ήρθε στο τέλος και κορύφωσε, λέγοντας επί λέξει: «Παιδιά, εμένα να με παίρνετε τηλέφωνο. Εγώ όποιον μπορώ να βοηθάω, θα τον βοηθήσω στη ζωή μου, γιατί έτσι έχω μάθει. Τώρα, άμα έχουν άλλα ήθη στας Ευρώπας τι να σας πω;».
Μέχρι σήμερα, ο κ. Γεωργιάδης ήξερε – όπως είπε – πως «είναι πολύ ντροπιαστικό για έναν βουλευτή να τον παίρνει ένας πολίτης τηλέφωνο και να μην το σηκώνει»· μόλις τώρα, κατάλαβε την πλάνη του. Κι έτσι, πρότεινε «εν ανάγκη να ψηφίσουμε έναν νόμο και να πούμε: Απαγορεύεται να παίρνουμε έναν βουλευτή τηλέφωνο, θα τον κλείσουμε φυλακή».
Όμως, αντ’ αυτού, θα μπορούσαμε εν ανάγκη να ψηφίσουμε έναν νόμο και να πούμε: Νομιμοποιούνται τα ρουσφέτια, δεν θα πάει κανείς φυλακή. Κι έτσι, θα λύνονταν όλα τα προβλήματα και το «επιτελικό κράτος» θα συνέχιζε να λειτουργεί απρόσκοπτα.
Διότι, μας είπε ο κ. Γεωργιάδης πως χάρη στο επιτελικό κράτος σήμερα τα περιθώρια για «πολιτική διαμεσολάβηση» έχουν περιοριστεί δραστικά, σχεδόν έχουν εξαλειφθεί. Και για του λόγου το αληθές: δεν μπορείς πια να σβήσεις μία κλήση της τροχαίας και οι συντάξεις μπαίνουν μέσω e-ΕΦΚΑ πάντα στην ώρα τους. Όπερ και σημαίνει – όπως εξήγησε – ότι έχουν εκλείψει οι βασικοί λόγοι, για τους οποίους «έσπαγαν» τα τηλέφωνα των βουλευτικών γραφείων από απαυδισμένους πολίτες.
Και κάπως έτσι, ο Υπουργός, μπερδεύοντας τις «λεπτές» εννοιολογικές αποχρώσεις μεταξύ της δικαιολογημένης αγανάκτησης λόγω δυσλειτουργιών που δεν θα έπρεπε καν να υπάρχουν και του «επιδιώκω να βολευτώ παρατύπως ή παρανόμως», παρέδωσε ένα masterclass ρουσφετολογίας, μετατρέποντας το ρουσφέτι σε συνώνυμο της φιλανθρωπίας και της αλληλεγγύης, σε μία ευγενή πράξη κατά το «ο έχων δύο χιτώνας…» που αρχίζει απ’ το να «σβηστεί» κάποια κλήση και τελειώνει στο να καταβληθεί μία σύνταξη πριν λήξει ο μήνας.
Όσο για περιπτώσεις – τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ – που στήνεται ένας ολόκληρος μηχανισμός εξαπάτησης και διασπάθισης πόρων, δύο είναι τα τινά: είτε θα πρέπει να δεχτούμε ότι δεν υπάρχει κανένα σπουδαίο θέμα κι έχουμε κάνει την τρίχα τριχιά για αντιπολιτευτικούς κυρίως λόγους (ή από καθαρή εμπάθεια, όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία)· είτε θα πρέπει να δεχτούμε πως το «επιτελικό κράτος» που χτίζεται τούβλο-τούβλο την τελευταία επταετία, δεν πρόλαβε να επεκταθεί και στον ΟΠΕΚΕΠΕ και άρα να καταπολεμήσει τις «χρόνιες παθογένειες» που μας οδήγησαν σήμερα εδώ. Το σενάριο το επιτελικό κράτος να είναι «θερμοκήπιο» διαφθοράς και διαπλοκής κι ένα βολικό προκάλυμμα για να γίνονται εν κρυπτώ όσα υποτίθεται πως δεν μπορούν να γίνουν πια, φυσικά δεν υπάρχει στις διαθέσιμες επιλογές.
Επίσης, φαίνεται πως πλέον έχει αποσυνδεθεί πλήρως ο πολιτικός από το επιτελείο του, το οποίο συνήθως απαρτίζεται από κάποιους ελαφρόμυαλους ή καλοκάγαθους ανθρώπους που μοιράζουν υποσχέσεις, χωρίς καμία συνεννόηση ή πρόθεση να εμπλέξουν τον βουλευτή στα σχέδια τους. Όπως ακριβώς στην περίπτωση των υποκλοπών που ο κ. Δημητριάδης, καίτοι γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, στην καλύτερη δεν είχε ιδέα για το παραμικρό, στην χειρότερη τον άφηνε στα μαύρα σκοτάδια για όλες του τις κινήσεις· έτσι και τώρα επιχειρείται να δοθεί η εντύπωση πως οι βουλευτές δεν φέρουν καμία ευθύνη για τους «διακανονισμούς» που κάνουν οι γραμματείς τους.
Κι επιστρέφουμε στο αν οι βουλευτές πρέπει να σηκώνουν τα τηλέφωνα, μία ακόμη μεγαλοφυή ντρίπλα για να θολώσει κι άλλο τα νερά και να υπονοηθεί πως όσοι αντιτάσσονται στις «εξυπηρετήσεις», στην πραγματικότητα θέλουν τους πολιτικούς αποκομμένους απ’ την κοινωνία. Λες και το ρουσφέτι συνιστά δείκτη προσιτότητας, προσήνειας και ευαισθησίας.
Κι όσο νηπιακός είναι αυτός ο συλλογισμός, άλλο τόσο νηπιακή είναι κι η συζήτηση για το αν υπάρχουν ποινικής ή ηθικής τάξεως διαβαθμίσεις στο ρουσφέτι. Λες κι ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει μία οριζόντια ποινή για όλα· ή λες και δεν μπορεί να γίνει η στοιχειώδης διάκριση ανάμεσα στο – επί παραδείγματι – να επισπεύσει κανείς την καταβολή ενός επιδόματος σε κάποιον που ούτως ή άλλως το δικαιούται, με το να μεσολαβήσει για να το πάρει κάποιος που δεν το δικαιούται καν.
Όμως, αν κανείς επιδιώξει ν’ ανοίξει αυτή τη συζήτηση, θα πέφτει συνεχώς πάνω σε υποπεριπτώσεις. Γιατί αν αυτός ο «κάποιος» που πήρε το επίδομα χωρίς να το δικαιούται δεν έχει στον ήλιο μοίρα, το ρουσφέτι αποκτά ξαφνικά κάποιο ηθικό έρεισμα (που προφανώς δεν υπάρχει όταν το επίδομα γίνεται Ferrari και βίλες). Όπως, επίσης, και το να βγάλεις έναν άρρωστο απ’ το ράντζο του νοσοκομείου και να τον βάλεις σε δωμάτιο είναι ένα «καλό», ίσως και «σωτήριο», ρουσφέτι. Αλλά, τι γίνεται όταν την ίδια στιγμή, αφήνεις άλλους εκατό να πεθάνουν στο ράντζο, επειδή εξαιτίας των «χρόνιων παθογενειών» του ΕΣΥ δεν υπάρχουν άλλα εκατό κρεβάτια;
Το ότι δεν οδηγούν όλες οι «εξυπηρετήσεις» σε εγκλήματα ή σκάνδαλα είναι προφανές· το ότι όσο «αθώες» και να είναι αποτελούν παράγωγα του ίδιου προβλήματος (θα έπρεπε να) είναι εξίσου προφανές. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, ναι, «το ρουσφέτι δεν είναι άγνωστο φρούτο», όπως είπε ο Υπουργός. Μια χαρά γνωστό φρούτο μας ήταν ήδη· ενίοτε και πολύ γλυκό. Κανείς δεν έπεσε απ’ τα σύννεφα μαθαίνοντας ότι κάποιος βουλευτής «σήκωσε το τηλέφωνο» ή «μεσολάβησε».
Ωστόσο, ακόμη κι εδώ στα Βαλκάνια που έχουμε άλλα ήθη απ' τας Ευρώπας, δικαιούται κανείς να εξανίσταται όταν αντιλαμβάνεται ότι – σε εποχές κάθαρσης κι εξυγίανσης – δεν γίνονται απλώς «μερικά αθώα ρουσφετάκια», αλλά έχει στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός με τις ευλογίες του «επιτελικού κράτους» και τη συμμετοχή πλήθους βουλευτών, κυβερνητικών στελεχών και δημοσίων υπαλλήλων.
Και θα είχε πολύ ενδιαφέρον εάν ο κ. Γεωργίαδης μας εξηγούσε περαιτέρω τι σημαίνει η απόφανσή του πως «κράτος και δημοκρατία χωρίς πολιτική διαμεσολάβηση δεν υπάρχει, απλώς η πολιτική διαμεσολάβηση αλλάζει επίπεδα».
