Ένα σχόλιο με αφορμή τις φωτογραφίες από τους 200 της Καισαριανής
Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών την πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή αποτελεί ένα αξεπέραστο ιστορικό τεκμήριο για το κομμουνιστικό και για το λαϊκό κίνημα. Η εικόνα φωτίζει το ιστορικό γεγονός: τη θυσία των ανθρώπων που με απαράμιλλο θάρρος, αυταπάρνηση, δύναμη και βαθιά πίστη σε ένα μέλλον που οι ίδιοι δεν θα ζούσαν, στάθηκαν απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα των χιτλερο-φασιστικών ορδών και των ντόπιων συνεργατών τους. Αγωνίστηκαν για μια Ελλάδα ελεύθερη και λαοκρατική, για την απελευθέρωση και την κοινωνική αλλαγή.
Στον καθένα που θέλει να λέγεται άνθρωπος προκαλεί θαυμασμό και δέος η εικόνα των αγέρωχων αγωνιστών με ψηλά το κεφάλι και υψωμένη τη γροθιά. Δείχνει το μπόι του αγωνιστή, το μπόι του ανθρώπου που αρνείται τη χαμοζωή της υποδούλωσης για να υπηρετήσει ιδανικά ανώτερα από την πεπερασμένη του φύση, αψηφώντας μέχρι και το θάνατο. Δύσκολα θα βρεθεί ιστορικός που να μην έχει συγκλονιστεί από το τεκμήριο. δύσκολα θα βρεθεί κομμουνιστής ή πατριώτης που να μην έχει συγκινηθεί.
Οι φωτογραφίες αντιμετωπίζονται σήμερα ως εμπορεύματα και διατίθενται προς πώληση σε δημοπρασία σε διαδικτυακή πλατφόρμα ενώ για την απόκτησή τους το ελληνικό κράτος ενδέχεται να πρέπει να καταφύγει σε απευθείας αγορά. Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι το ελληνικό Δημόσιο να τις αποδεσμεύσει από τη λογική της εμπορευματοποίησης και να τις αποδώσει εκεί όπου πραγματικά ανήκουν: στους αγωνιζόμενους ανθρώπους και στον ελληνικό λαό. Να διασφαλίσει την ελεύθερη και ισότιμη πρόσβαση σε όσους επιθυμούν να τις δουν, να τις μελετήσουν επιστημονικά ή να αξιοποιήσουν αντίγραφά τους για μη εμπορικούς σκοπούς. Τέλος, να τις εντάξει σε ένα δημόσιο, ανοιχτό και πλήρως προσβάσιμο ιστορικό αρχείο, ώστε να αποτελέσουν ζωντανό κομμάτι της συλλογικής μνήμης.
Αυτά είναι, πράγματι, τα αυτονόητα! Εκείνο που δεν είναι αυτονόητο είναι ότι όσα ζητούμε από το ελληνικό κράτος δεν εφαρμόζονται από εκείνους που κατέχουν ιστορικά τεκμήρια του λαϊκού κινήματος και τα διατηρούν ως επτασφράγιστα μυστικά στον Περισσό. Εκεί θριαμβεύει η ιδιοκτησιακή αντίληψη για την ιστορία του λαϊκού κινήματος και η επιλεκτική χρήση ή η διαστρέβλωσή της ιστορίας με σκοπό την υποστήριξη της πολιτικής του κόμματος. Το ΚΚΕ δεν ενδιαφέρεται για την προβολή της ιστορικής αλήθειας παρά τις διακηρύξεις του. Τα γεγονότα αναδεικνύονται ή υποβιβάζονται σύμφωνα με το συγκυριακό πολιτικό συμφέρον της ηγεσίας του και την ανάγκη δικαιολόγησης της πολιτικής γραμμής της εκάστοτε περιόδου. Το «ορθό» και το «λανθασμένο» στην ιστορία αποτιμάται με κριτήριο τις πολιτικές ανάγκες του παρόντος. Και τα στελέχη του λαϊκού και του κομμουνιστικού κινήματος τιμώνται ή αποκαθηλώνονται, απαξιώνονται ή αποκαθίστανται, με κριτήριο τις πολιτικές ανάγκες της εποχής.
Γι’ αυτό και τα κομματικά αρχεία δεν καθίστανται δημόσια και καθολικά προσβάσιμα: εφόσον κανείς δεν μπορεί να αλλάξει τα γεγονότα του παρελθόντος, το ΚΚΕ προσπαθεί να διαχειριστεί την πρόσβαση στη γνώση των γεγονότων αυτών. Σε αντίθεση με τα φωτογραφικά ντοκουμέντα των εκτελεσμένων της Καισαριανής, τα αρχεία του λαϊκού κινήματος δεν πρέπει να ανήκουν σε όλο τον λαό, σύμφωνα με τους ιδιοκτήτες του Περισσού.
Μια άλλη όψη της ίδιας αντίληψης εκφράστηκε στη σπουδή του γενικού γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ να μιλήσει «για 200 μέλη και στελέχη του ΚΚΕ» τα οποία εκτελέστηκαν στην Καισαριανή. Σαν να μην είναι γνωστό ότι ανάμεσα στους εκτελεσμένους υπήρχαν και αρχειομαρξιστές και τροτσκιστές, πολιτικοί αντίπαλοι του ΚΚΕ, οι οποίοι γνώρισαν στις φυλακές την περιθωριοποίηση και την απαξίωση. Αρπάζουν, κατόπιν, την ευκαιρία οι τροτσκιστές για να μιλήσουν για τους «δικούς» τους νεκρούς στη μάντρα της Καισαριανής, με τα «δικά» τους αρχεία, τις «δικές» τους φωτογραφίες και αριθμούς εκτελεσμένων και να αρχίσουν έναν ανούσιο και ανόσιο καυγά.
Μάχη για την ιστορική αλήθεια; Ίσως. Μα όλο και πιο πολύ μοιάζει με μάχη για τη νομή και την κατοχή ανθρώπων – ακόμη και ανθρώπων που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Μια διαμάχη για «νεκρές ψυχές», όπως θα έλεγε ο Νικολάι Γκόγκολ. Γιατί οι «νεκρές ψυχές» των αγωνιστών προσδίδουν κύρος και συμβολική ισχύ σε μια αριστερά που παλεύει με τη δική της ιστορική και πολιτική αμηχανία.
