Ξεκινούν τα ελληνικά Hunger Games. Λέγονται Πανελλήνιες.
Κάθε Μάιο ο ουρανός πάνω από την Ελλάδα γεμίζει με drones του Υπουργείου Παιδείας. Κατεβαίνουν χαμηλά πάνω από τις πολυκατοικίες και προβάλλουν στις οθόνες τους το ίδιο μήνυμα: «Οι Πανελλήνιες ξεκινούν. Το μέλλον ανήκει μόνο στους άξιους». Στις εισόδους των σχολείων, τεράστιες ηλεκτρονικές πινακίδες εμφανίζουν σε πραγματικό χρόνο τους παλμούς των μαθητών, ενώ οι γονείς περιμένουν πίσω από μεταλλικά κιγκλιδώματα σαν θεατές αρένας. Μέσα στις αίθουσες, οι επιτηρητές φορούν μαύρες στολές και μετρούν αντίστροφα τον χρόνο με ψυχρές μηχανικές φωνές. Κάθε λάθος απάντηση κάνει την κόλλα να κοκκινίζει απειλητικά, κάθε σωστή ενεργοποιεί έναν φωτεινό αριθμό μορίων πάνω από το κεφάλι των παιδιών. Κανείς δεν μιλά. Κανείς δεν βοηθάει κανέναν. Στα ελληνικά Hunger Games η φιλία θεωρείται αδυναμία. Γιατί το σύστημα είχε μάθει σε όλους ότι, για να σωθείς εσύ, κάποιος άλλος πρέπει να αποτύχει.
Η αντίστροφη μέτρηση συνεχίζει να αναβοσβήνει πάνω από τον πίνακα, λούζοντας την αίθουσα με ένα ψυχρό φως. Κανείς δεν σήκωνει το κεφάλι. Μόνο ήχοι από στυλό, κοφτές ανάσες και σελίδες που γυρνούν νευρικά. Κάπου στο βάθος ακούγεται μια καρέκλα να τρίζει απότομα, ύστερα σιωπή. Οι επιτηρητές κινούνται αμέσως, σχεδόν μηχανικά, σαν να έχουν εκπαιδευτεί να απομακρύνουν όχι ανθρώπους, αλλά δυσλειτουργίες. Για λίγα δευτερόλεπτα, ένα κενό μένει ανάμεσα στα θρανία. Ένα κενό που κανείς δεν τολμάει να κοιτάξει. Στις οθόνες συνεχίζουν να περνούν ποσοστά επιτυχίας, βάσεις, στατιστικά, η αξία τους μεταφράζεται σε αριθμούς. Και τότε γεννήθηκε ξαφνικά σε όλους η πιο τρομακτική σκέψη: ίσως η αρένα να μην βρισκόταν μέσα στην αίθουσα, αλλά μέσα στο μυαλό όλων τους. Εκεί όπου........
