Ο θρύλος της Πάτρας Γιαννάκης Λαμπρόπουλος στην «Π»: «Με ποδαρόδρομο και ουζάκι ζεις… αιώνια»!
Πελοπόννησος Newsroom
Στα 99 του χρόνια, ο Γιαννάκης Λαμπρόπουλος παραμένει μια από τις πιο αγαπητές και ξεχωριστές μορφές της πατραϊκής κοινωνίας. «Γιαννάκης» για όλους, γιατί το υποκοριστικό κουβαλά την οικειότητα, τη ζεστασιά και την αγάπη που έχει κερδίσει εδώ και δεκαετίες από τους συμπολίτες του. Με χιούμορ, καθαρό βλέμμα και διάθεση ζωής που συγκινεί, δηλώνει πως στόχος του είναι να γίνει ο γηραιότερος Έλληνας και, γιατί όχι, ο γηραιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη ζωή, τις μνήμες, τον χρόνο και όσα εξακολουθούν να του δίνουν δύναμη.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟ ΛΟΥΛΟΥΔΗ ΚΑΙ ΓΙΩΡΓΟ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟ
Κύριε Γιαννάκη Λαμπρόπουλε, είναι χαρά μας αυτή η συζήτηση. Γεννηθήκατε το 1928.
Πείτε μας για τη γειτονιά που μεγάλωσες μου, τις παιδικές εικόνες, την Πάτρα του παρελθόντος.
Γεννήθηκα Ιωνίας και Σμύρνης. Υπάρχει ακόμα η οδός. Και δίπλα από το σπίτι μου υπήρχε η μπακαλοταβέρνα του Μπαρμπαμήτσου Μαρινάκη, του πατέρα του Παύλου που είναι παππούς του σημερινού Υπουργού. Η μπαλακοταβέρνα ήταν το κέντρο της γειτονιάς, με κρασιά και τα πάντα. Με τον Παύλο Μαρινάκη είχαμε γεννηθεί την ίδια χρονιά.
Τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια;
Εκεί ζούσαμε με την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ήταν ένας φτωχός μπαρμπέρης. Είχε μια πολυθρόνα και τρεις καρέκλες στο κουρείο του στην οδό Ιωνίας. Ημασταν 7 παιδιά στην οικογένεια. Η μάνα μου περίμενε πότε θα κάνει σεφτέ ο πατέρας μου. Μου έδινε τα χρήματα για να τα πάω στη μάνα μου, ώστε να πάει στο μπακάλικο του Μαρινάκη να πάρει μια οκά φασόλια και ένα πενηντάρι λάδι για να φάμε 7 παιδιά.
Η γειτονιά πως ήταν; Εσείς ήσασταν παιδάκι, πως βλέπατε τα πράγματα;
Στη γειτονιά ήταν όλη η φτωχολογιά. Σε σπίτια σε 30-40 μέτρα ζούσαν 30 παιδιά! Τότε κάθε οικογένεια είχε 6-7 παιδιά, δεν ήταν τα πράγματα όπως σήμερα. Η γειτονιά μας δεν ήταν προσφυγική, τα Προσφυγικά ήταν πιο πάνω. Στην Ιωνίας ήμασταν πατρινόπουλα. Τότε δεν είχε ολοκληρωθεί η συνοικία των Προσφυγικών, σχεδόν δεν υπήρχαν σπίτια. Σιγά-σιγά είχαν αρχίσει να ιδρύονται και τα αθλητικά σωματεία όπως του Ολυμπιακού, της Θύελλας, του Απόλλωνα, του Αχιλλέα, του Αστέρα, του Εθνικού. Και αργότερα χτίστηκε η Αγία Φωτεινή.
Γενικότερα οι σημερινές γνωστές περιοχές ήταν αλάνες τότε. Και το χαρακτηριστικό που μας ένωνε όλους ήταν η πείνα. Ηταν και τα χρόνια της κατοχής, οπότε καταλαβαίνετε.
Θυμάμαι πως εγώ ως ο μεγαλυτερος γιος της οικογένειας, κατέβαινα στην Πάτρα. Ένα πρωί, θα ήταν 11-12, ενώ περπατούσα με φώναξε μια κυρία από ένα σπίτι. Με ρώτησε πως με λένε και με κάλεσε στο σπίτι. Ηταν το 1941 τότε και είχαμε κατοχή. Μου είπε εκείνη η κυρία να πηγαίνω κάθε μεσημέρι στο σπίτι της να τρώω. Το όνομά της ήταν Ελένη Μάρκοβιτς. Στην Πάτρα τότε υπήρχαν δύο γνωστά ψαράδικα, του Μάρκοβιτς και του Γκολέ. Κάθε μεσημέρι λοιπόν, πήγαινα και έτρωγα.
Ένα άλλο πρωινό, μου ήρθε να πάω περπατώντας μια άλλη διαδρομή και έφτασα στην Αγγλικανική εκκλησία, στην περιοχή του Αγίου Διονύση. Εκεί απέναντι είχαν σταθμό οι Ιταλοί και έφτιαχναν τα παπούτσια τους. Πήγα σε έναν στρατιώτη και του είπα «μαντζάρε» για να μου δώσει φαγητό. Και πήγε και μου έφερε μια καραβανίτσα και «κάρνε» που ήταν κρέας. Ε, πήγαινα συχνά και το συνήθισα και τότε μου ήρθε μια ιδέα. Να τους καθαρίζω τα παπούτσια.
Είχα δει τι χρειαζόταν και ζήτησα από τον αδερφό της μάνας μου να μου βρει ένα κασελάκι και βούρτσες. Μου τα αγόρασε κι εγώ πήγαινα στους Ιταλούς και καθάριζα τα παπούτσια τους. Με ρώταγαν αν ήθελα χρήματα και εγώ τους απαντούσα «μαντζάρε». Σε ένα δεύτερο κασελάκι συγκέντρωνα τα φαγητά και τα πήγαινα στο σπίτι να φάει η οικογένεια. Οι Ιταλοί έτρωγαν στις 3, περίμενα να φάνε και να μου δώσουν κι εμένα. Γύριζα σπίτι στις 6 το απόγευμα. Με περίμενε η μάνα μου, η νόνα μου, ο πατέρας μου και τα αδέρφια μου. Δέκα άτομα τρώγαμε και αυτό γινόταν επί έξι μήνες.
Τότε η πόλη πως ήταν; Ομορφη, άσχημη, μικρή, μεγάλη;
Ερημιές ήταν η Πάτρα. Εκεί που έμενα εγώ δεν υπήρχε τηλέφωνο, δεν υπήρχε αυτοκίνητο. Αρρώσταινε ας πούμε ένα παιδί και πηγαίναμε μέχρι τη Γερμανού που έμενε ο γιατρός ο Σινούρης και δεν έπαιρνε λεφτά σε χαμηλά σπίτια.
Τελειώνει ο πόλεμος μετά πως μπαίνετε στη δουλειά, πως κάνετε τα πρώτα σας βήματα;
Το 1945 πήγα στην Ομόνοια στο καφενείο του Μεντζέλου. Εκείνη τη χρονιά γράφτηκα και στη Θύελλα. Ηταν........
