Η κληρονομιά του Λουμούμπα
Στις 30 Ιουνίου 1960 το Κονγκό έγινε ανεξάρτητο και ο πρώτος πρωθυπουργός του εκφώνησε έναν λόγο που ηλέκτρισε την Αφρική και εξόργισε τη Δύση. Επτά μήνες αργότερα ήταν νεκρός.
Για να καταλάβει κανείς γιατί ο λόγος της 30ής Ιουνίου 1960 ήταν τόσο εκρηκτικός, πρέπει πρώτα να ξέρει τι ακριβώς τελείωνε εκείνη τη μέρα.
Το Κονγκό δεν υπήρξε ποτέ «κανονική» αποικία. Από το 1885, στο Συνέδριο του Βερολίνου που μοίρασε την Αφρική, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις παραχώρησαν μια έκταση όσο η Δυτική Ευρώπη όχι στο βελγικό κράτος, αλλά προσωπικά στον βασιλιά Λεοπόλδο Β’. Το «Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό» ήταν, κυριολεκτικά, ιδιοκτησία ενός ανθρώπου.
Η οικονομία του στηρίχθηκε στο καουτσούκ. Κάθε χωριό είχε ποσόστωση παραγωγής· η αποτυχία τιμωρούνταν με ομήρους, μαστίγωμα ή θάνατο. Η αποικιακή δύναμη, η Force Publique, υποχρέωνε τους στρατιώτες να λογοδοτούν για κάθε σφαίρα που έριχναν φέρνοντας πίσω το κομμένο χέρι του θύματος — κι έτσι τα ακρωτηριασμένα χέρια, ακόμη και παιδιών, έγιναν νόμισμα.
Οι εκτιμήσεις για τους νεκρούς ποικίλλουν δραματικά, από μερικά εκατομμύρια έως και δέκα — ίσως τον μισό πληθυσμό· η απουσία απογραφών τις κρατά μέχρι σήμερα αντικείμενο διαμάχης, όπως και τον χαρακτηρισμό «γενοκτονία».
Το σκάνδαλο ήταν τόσο μεγάλο που το 1908 το ίδιο το βελγικό κοινοβούλιο αφαίρεσε το Κονγκό από τον Λεοπόλδο και το μετέτρεψε σε κανονική αποικία, το «Βελγικό Κονγκό». Οι ακρότητες περιορίστηκαν· η εκμετάλλευση όχι. Η καταναγκαστική εργασία επιβίωσε με ηπιότερες μορφές, οι Κονγκολέζοι έμειναν χωρίς πολιτικά δικαιώματα, και ένα ρατσιστικό σύστημα διαχώριζε τον «εξευρωπαϊσμένο» ιθαγενή από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Ακόμη και η πρωτεύουσα έφερε το όνομα του δημίου: Λεοπολντβίλ.
Ο Λουμούμπα δεν προερχόταν από καμία ελίτ. Υπάλληλος ταχυδρομείου και μετά πωλητής μπύρας, ανήκε στους «évolués», μία μερίδα μορφωμένων ιθαγενών που το σύστημα........
