Πάμε λοιπόν: «Cancel κανόνες Δικαίου»
Όταν μια κοινωνία αρχίζει να διαπραγματεύεται το αυτονόητο και το κεκτημένο, προετοιμάζεται να χάσει. Όταν ομάδες, πεφωτισμένοι και ειδικοί αναιρούν όσα κατάφερε να κατακτήσει η κοινωνία, όταν αντικαθιστούν τη λογική με τη «λογική» τους και ερμηνεύουν τον κόσμο και τη Δημοκρατία με τις «σπουδαίες» προθέσεις τους, τότε στρώνεται ο δρόμος προς την κόλαση. Όταν η υπεράσπιση του δίκιου αναλαμβάνεται από τους μουτζαχεντίν του «εγώ ξέρω δεν χρειάζεται τίποτα άλλο», τότε το δίκιο είναι το πρόσχημα, όχι το ζητούμενο.
Θεωρητικά, θα έπρεπε να γράφω τις γραμμές αυτές με θυμό, αλλά δυστυχώς τις γράφω με μεγάλη ανησυχία για όσα μπορεί να συμβούν σε μια κοινωνία που ξεχνά τους κανόνες που την προστατεύουν και θεωρεί ως κανόνα τη σχετικοποίηση και την εγωκεντρική ερμηνεία. Το άθλιο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», μετατρέπεται σε ένα «ξέρεις τι μπορώ να σου κάνω εγώ;», σε έναν εξουσιαστικό μικρόκοσμο.
Την προηγούμενη βδομάδα, δημοσιεύτηκε μια ανώνυμη καταγγελία, στην οποία μια γυναίκα θύμα, μιλούσε για τον επανειλημμένο βιασμό της, από πρόσωπο που δεν κατονόμαζε αλλά φωτογράφιζε. Η ανώνυμη καταγγελία, έγινε viral, το όνομα του καταγγελλόμενου ως βιαστή βγήκε στα social για να καλύψει το κενό που είχε το κοινό λόγω της ανωνυμίας και κάποιος έγινε βιαστής σε μερικές ώρες. Δεν ξέρω αν ήταν κιόλας, αλλά σίγουρα έγινε.
Σε ό,τι αφορά την ουσία της καταγγελίας υπάρχουν διάφορα που μπορεί να πει κανείς με όσα περιγράφει, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.
Έγραψα λοιπόν ένα άρθρο θέτοντας το ερώτημα αν είναι δυνατόν με μια ανώνυμη καταγγελία και μόνο και τη χρήση της από επίσημα ΜΜΕ, χωρίς άλλα στοιχεία, να υιοθετούμε τέτοιες κατηγορίες. Ποιος (και αναφέρομαι στον καθένα προσωπικά που διαβάζει αυτό το άρθρο) θα θεωρούσε ανεκτό και δικαιολογημένο, να τον αποκαλέσουν κλέφτη, απατεώνα και πολύ περισσότερο βιαστή, επειδή υπάρχει μια ανώνυμη καταγγελία; Κανένας φαντάζομαι. Είναι μια καταγγελία, πόσο μάλλον ανυπόγραφη, τεκμήριο ενοχής; Δεν λέω ότι το θύμα δεν μπορεί να είναι θύμα (και επ’ αυτού ο καθένας έχει δικαίωμα να έχει κρίση διαβάζοντας την καταγγελία) αλλά ούτε η αναγνώριση του θύματος ως θύμα, ούτε η δικαίωση θα έλθουν επειδή υπάρχει καταγγελία. Δεν πρέπει να γίνεται έτσι.
Θα δεχθούμε να κάνουμε «γιούρια», να δικάσουμε και να καταδικάσουμε, επειδή υπάρχει καταγγελία;
Η οχλοποιημένη αντίδραση επί του θέματος, θεωρητικά γίνεται γιατί οι βιασμοί κινούνται σε μια γκρίζα περιοχή με τις Αρχές και το κράτος (ακόμη και την κοινωνία) να φτάνουν στο σημείο να ενοχοποιούν το ίδιο το θύμα. Ισχύει ο άθλιος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι βιασμοί, όπως και ο ίδιος ο φόβος του θύματος που καταλήγει να καλύπτει το δράστη. Αλλά από πότε η αλήθεια και η διαδικασία για να αποδειχθεί, είναι πρόβλημα στο να αποκαλυφθεί το έγκλημα; Το να απαιτεί κάποιος να τηρηθούν οι κανόνες Δικαίου ακριβώς για να βγει η αλήθεια, να μην στηθεί Ιερά Εξέταση και δικαστήρια θυμικού και αυθαίρετης κρίσης, γιατί δεν είναι υπέρ του θύματος;
Αντιθέτως, οι ανώνυμες καταγγελίες που οδηγούν στην υποτιθέμενη κοινωνική καταδίκη αλλά αύριο δεν θα μπορέσουν να στηριχτούν, δημιουργούν ηττοπάθεια και μεγεθύνουν την καχυποψία απέναντι στα θύματα των βιασμών.
Σε ανύποπτο χρόνο, το 2023, ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης, γνωστός για τις μάχες του για τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, σε άρθρο του, είχε μιλήσει για την ανάγκη οι αγώνες για την ανάδειξη των φαινομένων της έμφυλης βίας να γίνονται με σεβασμό στους κανόνες Δικαίου. Έγραφε ο επιφανής νομικός:
“Όταν, λοιπόν, υπάρχει τόσο άπλετο πεδίο διεκδίκησης και σύγκρουσης με το κράτος και τους μηχανισμούς του, ώστε να οικοδομηθεί ένα υποστηρικτικό πλαίσιο καταγγελίας των εγκλημάτων έμφυλης βίας και σεξουαλικής κακοποίησης, είναι επιβλαβής για το θύμα η οποιαδήποτε υπόνοια ότι αυτό επιθυμεί την καταπάτηση των δικαιωμάτων του φερόμενου ως δράστη. Τα θύματα της έμφυλης βίας έχουν ήδη υποφέρει αρκετά, ώστε να φορτωθούν, δίπλα σ’ όλα, έναν κρατικό σχεδιασμό ποινικού λαϊκισμού και κατάργησης ενοχλητικών........
