15 Ιουλίου 1974: Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια
Το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, τίποτε δεν προμήνυε τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Ξυπνήσαμε, ο αδελφός μου κι εγώ, και κατευθυνθήκαμε νωχελικά στην κουζίνα για το πρωινό, που ετοίμαζε η μητέρα μας. Ήταν Δευτέρα και σκεφτόμασταν τις διακοπές μας που θα άρχιζαν σε λίγες ημέρες, με την καλοκαιρινή άδεια του πατέρα μας.
Το διαμέρισμα όπου μέναμε στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού Αρνάλδας 7, στη Λευκωσία, είχε πανοραμική θέα. Μπροστά μας ήταν η Πλατεία Ελευθερίας και πιο πέρα φαίνονταν τα κτήρια πίσω από την «πράσινη γραμμή», ενώ μακριά δέσποζε ο Πενταδάκτυλος.
Ξαφνικά ριπές αυτομάτων όπλων και εκρήξεις άρχισαν να ακούγονται από την πλευρά της Αρχιεπισκοπής, λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά από το διαμέρισμά μας. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου είχε ξεκινήσει. Τις επιπτώσεις θα τις βίωνε η Κύπρος και ο ελληνισμός, και μαζί η οικογένειά μας.
Η μητέρα μας μάς είπε να απομακρυνθούμε από τα παράθυρα και έσπευσε στο τηλέφωνο. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πατέρα μας. Αδύνατο! Το τηλέφωνο ήταν νεκρό. Ο πατέρας μας, Ταγματάρχης τότε του Ελληνικού Στρατού, υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά και βρισκόταν στη μονάδα του στην Αθαλάσσα. Είχε τη συνήθεια –που τη διατήρησε όλα τα χρόνια– να πηγαίνει στη μονάδα του μία ώρα νωρίτερα. Έτσι, είχε φύγει αχάραγα.
Η ώρα περνούσε. Καθόμασταν στο πάτωμα και περιμέναμε. Αγωνία μαζί με βαριεστημάρα. Στην πολυκατοικία ανοιγόκλειναν πόρτες με πάταγο, ακούγονταν φωνές και ποδοβολητά, ενώ πυροβολισμοί και εκρήξεις ηχούσαν κι από άλλα σημεία. Δεν είχαμε ιδέα του τι συνέβαινε. Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια.
Ξάφνου μεταδόθηκε το ακόλουθο διάγγελμα: «Έλληνες, επενέβη σήμερον η Εθνική Φρουρά διά να σταματήσει τον αδελφοκτόνον πόλεμον μεταξύ των Ελλήνων. Πάσα αντίστασις εις την νήσον έχει εκλείψει. Ο Μακάριος είναι νεκρός».
Ξεκάθαρο! Πραξικόπημα έγινε. Η κλιμακούμενη, εδώ και μήνες, ένταση εκτονώθηκε με τον καταστροφικότερο τρόπο. Η ανησυχία μας για τον πατέρα εκτοξεύθηκε στα ύψη. Πού........
