PISA 2025: Το ελληνικό σχολείο έχει βαθύ, συστημικό πρόβλημα, όπως και η κοινωνία γύρω του. 16 παρατηρήσεις εν θερμώ
Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του Δημήτρη Αναστασίου καθηγητή εκπαιδευτικής πολιτικής στο Southern Illinois University σχετικά με τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA 2025 στην Ελλάδα. Ο Δ. Αναστασίου δεν υπογραμμίζει απλώς τα όρια και τις σκοπιμότητες του διαγωνισμού που διεξάγεται υπό τη σφραγίδα του ΟΟΣΑ, αλλά μπαίνει στην ουσία του τι συμβαίνει με τα τόσο άσχημα αποτελέσματα της Ελλάδας στον συγκεκριμένο διαγωνισμό. Αναδεικνύει το γεγονός ότι το ελληνικό σχολείο έχει μετατοπιστεί προς τα κάτω σε όλες τις κατηγορίες, συνδέοντάς το με μια πολύπλευρη ελληνική κρίση που δημιουργεί απαισιοδοξία, έλλειψη προοπτικής και πίστης ότι με την προσπάθεια, με την καλή εκπαίδευση, με την καλύτερη μόρφωση, μπορεί να κερδηθεί μια καλύτερη ζωή. Ο Δ. Αναστασίου προχωρά σε ουσιαστικές παρατηρήσεις για το κυρίαρχο εκπαιδευτικό πρότυπο που φαίνεται να κυριαρχεί. Αυτό της “ανακαλυπτικής μάθησης”, του “μαθητοκεντρικού” μοντέλου όπου ο ρόλος του δασκάλου και της συστηματικής οικοδόμησης γνωστικού πλαισίου μειώνεται. Είναι αυτό το πρότυπο που καταγράφει επιδόσεις μειούμενες ακόμα και σε έναν διαγωνισμό που εξαρχής στηρίχθηκε και στήριξε αυτό το πρότυπο. Αντίθετα, εκπαιδευτικά συστήματα σαν αυτά της Ασίας, με έμφαση στο ρόλο του εκπαιδευτικού, με επιμονή στην διδασκαλία και στην καθοδήγηση, καταγράφουν πλέον συστηματικά εξαιρετικά υψηλά αποτελέσματα. Η διαφορά ανάμεσα στα μοντέλα έχει και μια ταξική διάσταση. Τα υψηλά εισοδήματα μπορούν να στηρίξουν μια πιο ελεύθερη, μαθητοκεντρική και ανακαλυπτική μάθηση. Τα χαμηλά όχι. Το ζητούμενο δεν είναι να υιοθετήσουμε μια επόμενη εκπαιδευτική μόδα. Το σίγουρο όμως είναι ότι η τρέχουσα μόδα δεν έχει τα αποτελέσματα που υπόσχονταν οι εμπνευστές της. Είναι προφανές ότι χρειάζεται η συστηματική διδασκαλία, η εξάσκηση, η ανάκληση, η πραγματική κατάκτηση της γνώσης, πράγματα που είχαν εξοριστεί από το σχολείο στο οποίο κυριαρχεί το μοντέλο των “δράσεων”, των “πρότζεκτ”, του “μαθαίνω πώς να μαθαίνω” κοκ. Είναι όμως επίσης προφανές ότι τα τραγικά ελληνικά αποτελέσματα είναι ένα χαστούκι όχι μόνο για την πολιτική ηγεσία που σε διαρκή κόντρα με τους εκπαιδευτικούς επιβάλει τα πρότυπα και τα πιστεύω της, αλλά και για μια κοινωνία που έχει χάσει την αισιοδοξία της και την πίστη της ότι μπορεί να βελτιωθεί η θέση της μέσα από την εκπαίδευση. Η κυβέρνηση της αριστείας έχει χτίσει την εκπαίδευση της αμάθειας, της αδιαφορίας και της παραίτησης. Δημόσια σχολεία στο έλεος της εγκατάλειψης, ένα πρότυπο σχολείο ανά δήμο που θα μαζεύει τους πολύ δυνατούς μαθητές, και ιδιωτικά σχολεία για όσους έχουν τη δυνατότητα.
Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του Δημήτρη Αναστασίου καθηγητή εκπαιδευτικής πολιτικής στο Southern Illinois University σχετικά με τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA 2025 στην Ελλάδα. Ο Δ. Αναστασίου δεν υπογραμμίζει απλώς τα όρια και τις σκοπιμότητες του διαγωνισμού που διεξάγεται υπό τη σφραγίδα του ΟΟΣΑ, αλλά μπαίνει στην ουσία του τι συμβαίνει με τα τόσο άσχημα αποτελέσματα της Ελλάδας στον συγκεκριμένο διαγωνισμό. Αναδεικνύει το γεγονός ότι το ελληνικό σχολείο έχει μετατοπιστεί προς τα κάτω σε όλες τις κατηγορίες, συνδέοντάς το με μια πολύπλευρη ελληνική κρίση που δημιουργεί απαισιοδοξία, έλλειψη προοπτικής και πίστης ότι με την προσπάθεια, με την καλή εκπαίδευση, με την καλύτερη μόρφωση, μπορεί να κερδηθεί μια καλύτερη ζωή.
Ο Δ. Αναστασίου προχωρά σε ουσιαστικές παρατηρήσεις για το κυρίαρχο εκπαιδευτικό πρότυπο που φαίνεται να κυριαρχεί. Αυτό της “ανακαλυπτικής μάθησης”, του “μαθητοκεντρικού” μοντέλου όπου ο ρόλος του δασκάλου και της συστηματικής οικοδόμησης γνωστικού πλαισίου μειώνεται. Είναι αυτό το πρότυπο που καταγράφει επιδόσεις μειούμενες ακόμα και σε έναν διαγωνισμό που εξαρχής στηρίχθηκε και στήριξε αυτό το πρότυπο. Αντίθετα, εκπαιδευτικά συστήματα σαν αυτά της Ασίας, με έμφαση στο ρόλο του εκπαιδευτικού, με επιμονή στην διδασκαλία και στην καθοδήγηση, καταγράφουν πλέον συστηματικά εξαιρετικά υψηλά αποτελέσματα. Η διαφορά ανάμεσα στα μοντέλα έχει και μια ταξική διάσταση. Τα υψηλά εισοδήματα μπορούν να στηρίξουν μια πιο ελεύθερη, μαθητοκεντρική και ανακαλυπτική μάθηση. Τα χαμηλά όχι.
Το ζητούμενο δεν είναι να υιοθετήσουμε μια επόμενη εκπαιδευτική μόδα. Το σίγουρο όμως είναι ότι η τρέχουσα μόδα δεν έχει τα αποτελέσματα που υπόσχονταν οι εμπνευστές της. Είναι προφανές ότι χρειάζεται η συστηματική διδασκαλία, η εξάσκηση, η ανάκληση, η πραγματική κατάκτηση της γνώσης, πράγματα που είχαν εξοριστεί από το σχολείο στο οποίο κυριαρχεί το μοντέλο των “δράσεων”, των “πρότζεκτ”, του “μαθαίνω πώς να μαθαίνω” κοκ. Είναι όμως επίσης προφανές ότι τα τραγικά ελληνικά αποτελέσματα είναι ένα χαστούκι όχι μόνο για την πολιτική ηγεσία που σε διαρκή κόντρα με τους εκπαιδευτικούς επιβάλει τα πρότυπα και τα πιστεύω της, αλλά και για μια κοινωνία που έχει χάσει την αισιοδοξία της και την πίστη της ότι μπορεί να βελτιωθεί η θέση της μέσα από την εκπαίδευση.
Η κυβέρνηση της αριστείας έχει χτίσει την εκπαίδευση της αμάθειας, της αδιαφορίας και της παραίτησης. Δημόσια σχολεία στο έλεος της εγκατάλειψης, ένα πρότυπο σχολείο ανά δήμο που θα μαζεύει τους πολύ δυνατούς μαθητές, και ιδιωτικά σχολεία για όσους έχουν τη δυνατότητα.
Τα αποτελέσματα της PISA 2025 για την Ελλάδα είναι πολύ άσχημα. Όχι τόσο επειδή βρισκόμαστε στην 50ή ή 52η θέση μεταξύ 91 χωρών, αλλά επειδή οι σημερινοί 15χρονοι γνωρίζουν αισθητά λιγότερα από τους Έλληνες 15χρονους πριν από 15–20 χρόνια. Μερικές παρατηρήσεις:
1. Η πτώση είναι μεγάλη και μακροχρόνια. Η Ελλάδα συγκεντρώνει 434 μονάδες στις φυσικές επιστήμες, 424 στα μαθηματικά και 423 στην ανάγνωση, έναντι περίπου 482, 463 και 461 στις χώρες του ΟΟΣΑ. Πρόκειται για τις χαμηλότερες ελληνικές επιδόσεις στην ιστορία της PISA. Σε σχέση με την καλύτερη επίδοση που είχε καταγράψει η Ελλάδα σε κάθε πεδίο, έχουμε χάσει 60 μονάδες στην ανάγνωση από το 2009 (483 → 423), 42 στα μαθηματικά επίσης από το 2009 (466 → 424) και 39 στις φυσικές επιστήμες από το 2006 (473 → 434).
Αν εκφράσουμε αυτές τις διαφορές σε τυπικές αποκλίσεις, η πτώση είναι περίπου −0,64 SD στην ανάγνωση, −0,47 SD στα μαθηματικά και −0,42 SD στις φυσικές επιστήμες. Και εδώ υπάρχει ένα σημαντικό στοιχείο: η τυπική απόκλιση παρέμεινε σχεδόν ίδια. Στην ανάγνωση ήταν 95,2 μονάδες το 2009 και 94,6 το 2025, στα μαθηματικά 89,5 και 88,5 αντίστοιχα, ενώ στις φυσικές επιστήμες ήταν 92,2 το 2006 και 92,4 το 2025. Δηλαδή, ενώ η διασπορά των επιδόσεων των μαθητών έμεινε σχεδόν αμετάβλητη, ο μέσος όρος μετακινήθηκε έντονα προς τα κάτω. Για έναν ολόκληρο μαθητικό πληθυσμό, πρόκειται για πολύ μεγάλη μετατόπιση της κατανομής προς τα κάτω.
2. Δεν πέφτουν μόνο οι πιο αδύναμοι μαθητές. Μεταξύ 2015 και 2025 οι επιδόσεις μειώθηκαν περίπου παράλληλα στους κοινωνικοοικονομικά προνομιούχους και στους μαθητές από χαμηλότερα στρώματα. Το χάσμα παραμένει μεγάλο, αλλά δεν διευρύνθηκε σημαντικά. Άρα δεν έχουμε απλώς περισσότερους πολύ αδύναμους μαθητές. Μεγάλο μέρος του ελληνικού σχολείου φαίνεται να έχει μετακινηθεί προς τα κάτω. Το πρόβλημα είναι δομικό και συστημικό που σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα του σχολείου.
3. Το σχολείο δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό. Σε παλαιότερη μελέτη μας το 2019 για τις διεθνείς διαφορές........
