Για πρώτη φορά στην Ιστορία
Δεν ήταν απλά όμορφη. Ηταν Νηρηίς! Και μάλιστα η αρχηγός τους. Οι Νηρηίδες νύμφες ήταν, της θάλασσας. Είχαν τη δύναμη να ημερεύουν τα κύματα και γύρω τους είχαν πάντα δελφίνια, το πιο εξελιγμένο και το πιο έξυπνο θηλαστικό, αν εξαιρέσουμε τον άνθρωπο (αν και αυτό το τελευταίο παίζει να μην ισχύει καν πλέον, όπως μας έχουμε καταντήσει). Πάντως, αυτά τα πλάσματα συνόδευαν τις Νηρηίδες. Τόσο σπουδαίες ήταν. Η Θέτις ήταν η πρώτη ανάμεσά τους. Φυσικά τη λιμπίστηκε ο Δίας, μα του είπαν πως αν μαζί της πήγαινε, ο γιος τους θα ’ταν πιο δυνατός από τον ίδιο. Ετσι, έβαλε ένα φρένο στις ορέξεις του, καθώς ορεγόταν την εξουσία πιότερο από τη Θέτιδα, και με θνητό την πάντρεψε, τον Πηλέα.
Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε ο Αχιλλέας, ένας σχεδόν αθάνατος - αν εξαιρέσεις τη φτερνούλα του. Στον γάμο του Πηλέα με τη Θέτιδα καλέστηκαν όλοι οι θεοί, πλην μιας: της Εριδος. Τώρα, ξεχάστηκε ο Δίας; Είχαν προηγούμενα; Πάντως, δεν ήθελε και πολύ η θεά, ήρθε και φούντωσε μέσα της η ζήλια και η εξαλλοσύνη κι αποφάσισε να κάνει κάτι στο οποίο είχε μάστερ (και post-doc μη σου πω): να σπείρει τη διχόνοια. Αφησε ένα χρυσό μήλο να κατρακυλήσει στη γιορτή (άλλο φρούτο δεν υπήρχε; μήλο της Εύας, μήλο του Νεύτωνα, μήλο και της Εριδος;) που έγραφε «τη καλλίστη». Η Ηρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη άρχισαν να τσουρομαδιώνται ποια θα το πάρει, ο Δίας άρχισε να φωνάζει «Τι καμώματα είναι τούτα, βρε παιδιά; Δεν σ’ το δίνω - φέρ’ τον Πάρη!», να δώκει αυτός το μήλο μπας και τελέψει το κακό. Και κάπως έτσι άρχισε το χειρότερο...
Ο πόλεμος της Τροίας. Αυτός άρχισε. Για τον έρωτα του Πάρη με την Ελένη την Ωραία και καλά. Ωστόσο ο Ομηρος δεν μασούσε ταραμά και ως κεντρικό θέμα της Ιλιάδας δεν βάζει το «μια γυναίκα, δύο άντρες, κομπολόι δίχως χάντρες», αλλά την «μῆνιν τοῦ Αχιλλέως», την οργή δηλαδή του απίστευτου αυτού άντρα και τα γεγονότα που αυτή προκάλεσε. Κι όμως, ακόμα κι αυτή η ασύλληπτη οργή, για χάρη της οποίας γράφτηκε το μεγαλειωδέστερο ποίημα της ανθρωπότητας, υποχώρησε μπροστά στη μεγαλοσύνη του αντιπάλου του: ο ηλικιωμένος πια βασιλιάς της Τροίας, αυτός ο ικανός και δίκαιος ηγέτης που λάτρευε ο λαός του, ικέτης πήγε στον νεαρό Αχιλλέα. Ο γιος του ο Εκτορας, παλικάρι από τα λίγα και ειρηνιστής, καθώς τον πόλεμο πολύ είχε προσπαθήσει να αποτρέψει, όχι μόνο ήταν πλέον νεκρός αλλά και ατιμασμένος, καθώς παρέμενε άταφος έξω από τη σκηνή του Αχιλλέα. Ο Ομηρος περιγράφει μια ασύλληπτη σκηνή με τον γέρο βασιλιά να γονατίζει μπροστά στον φονιά του γιου του, να ακουμπά τα χέρια πάνω στα γόνατά του, να του φιλά τα χέρια. Ικέτης και απαρηγόρητος, ζητά το σώμα του παιδιού του να θάψει όπως του πρέπει.
Και τότε, συμβαίνει το αδιανόητο: ο Αχιλλέας αρχίζει να κλαίει δίπλα στον εχθρό του. Κλαίει για τον ίδιο, καθώς ξέρει πως αυτός ο πόλεμος θα σημάνει και το δικό του τέλος (η μητέρα του τον είχε προειδοποιήσει), κλαίει για τον Πάτροκλο, για τον δικό του γέρο πατέρα. Το κείμενο του Ομήρου, συγκλονιστικό: δύο άντρες θρηνούν μαζί (μαζί!), σπαρακτικά, μπροστά στο μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης: την τραγικότητά της. Μα και συνειδητοποιώντας το ατελέσφορο. Κάθε οργής, κάθε μίσους, κάθε ταπεινού και ποταπού συναισθήματος που υποβιβάζει θεϊκά και ανθρώπινα.
Μα ο Ομηρος καταφέρνει κάτι πιότερο απίστευτο: για πρώτη φορά στην Ιστορία, για απολύτως πρώτη φορά, περιγράφει μία σκηνή-θεμέλιο λίθο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μπροστά μας έχουμε το πρώτο ανθρώπινο δικαίωμα που κατοχυρώνεται σε γραπτό κείμενο. Και μάλιστα, αυτό δεν αφορά ζωντανούς, μα νεκρούς: το δικαίωμα του νεκρού σε ταφή πρέπουσα, δηλαδή στην ιερότητά του.
Ακόμα κι αν είναι ο χειρότερος εχθρός σου. Ακόμα κι αν εσύ τον σκότωσες με μήνιν... Και κάπως έτσι, το «δος μοι τούτον τον ξένον» αντηχεί ατόφιο 3.000 χρόνια τώρα. Από τον Πρίαμο ώς τη Μ. Παρασκευή, τα Τέμπη και τη Γάζα. Ας μην είμαστε εμείς που θα το «θάψουμε» τώρα.
