menu_open Columnists
We use cookies to provide some features and experiences in QOSHE

More information  .  Close

13 ώρες εργασίας: μεταρρύθμιση ή θεσμοθετημένη εξάντληση;

14 0
11.03.2026

Πίσω από τη γλώσσα της «ευελιξίας» διαμορφώνεται ένα θεσμικό πλαίσιο που μετακινεί αισθητά τα όρια της εργασιακής προστασίας

Πίσω από τη γλώσσα της «ευελιξίας» διαμορφώνεται ένα θεσμικό πλαίσιο που μετακινεί αισθητά τα όρια της εργασιακής προστασίας

Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως ένα ακόμη βήμα «εκσυγχρονισμού» της αγοράς εργασίας. Στην επίσημη ρητορική, υπόσχεται μεγαλύτερη ευελιξία, απλούστερες διαδικασίες και περισσότερες επιλογές για τους εργαζομένους.Πίσω όμως από αυτή τη γλώσσα της «ευελιξίας» διαμορφώνεται ένα θεσμικό πλαίσιο που μετακινεί αισθητά τα όρια της εργασιακής προστασίας. Η πιο χαρακτηριστική -και ταυτόχρονα πιο αμφιλεγόμενη- διάταξη είναι η δυνατότητα απασχόλησης έως και 13 ώρες ημερησίως. Η κυβέρνηση απορρίπτει τον ίδιο τον όρο «13ωρο», υποστηρίζοντας ότι πρόκειται απλώς για μια δυνατότητα που μπορεί να αξιοποιηθεί έως 37 ημέρες τον χρόνο. Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, παρακάμπτει το ουσιώδες: τη θεσμοθέτηση της ίδιας της υπέρμετρης επιμήκυνσης του εργάσιμου χρόνου.Το εργατικό δίκαιο οικοδομήθηκε ιστορικά ακριβώς για να περιορίσει την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση της εργασίας. Το οκτάωρο δεν υπήρξε ποτέ απλή διοικητική ρύθμιση: από τον Ν. 2269/1920, που καθιέρωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το όριο των οκτώ ωρών ημερήσιας εργασίας –μια κατάκτηση άμεσα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια– έως το άρθρο 22 του Συντάγματος, που ορίζει ρητά ότι η εργασία τελεί υπό την προστασία του κράτους. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Οδηγία 2003/88/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θέτει σαφή όρια στον εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας και θεσπίζει την υποχρεωτική ημερήσια ανάπαυση των 11 ωρών, ακριβώς για να προστατευθεί η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων.Παρά ταύτα, το νέο πλαίσιο επιχειρεί να επεκτείνει δραστικά τον πραγματικό χρόνο απασχόλησης, επικαλούμενο τη «συμφωνία» εργαζομένου και εργοδότη. Εδώ όμως ανακύπτει το βασικό νομικό πρόβλημα.Η εργασιακή σχέση δεν είναι σχέση ισότιμων μερών. Το εργατικό δίκαιο έχει διαμορφωθεί πάνω στην αρχή της προστασίας του ασθενέστερου συμβαλλομένου, δηλαδή του εργαζομένου. Η επίκληση της «ελεύθερης συμφωνίας» σε ένα περιβάλλον όπου ο εργαζόμενος εξαρτάται οικονομικά από τον εργοδότη του αποτελεί συχνά περισσότερο νομική κατασκευή παρά πραγματική επιλογή.Η κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο προβληματική από τη στιγμή που η άρνηση του εργαζομένου να αποδεχθεί την πρόσθετη εργασία οφείλει να μην αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης. Με άλλα λόγια, το βάρος της αιτιολόγησης μεταφέρεται στον ίδιο τον εργαζόμενο. Έτσι, η λεγόμενη «εθελοντική» αποδοχή του 13ώρου κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια σιωπηρή υποχρέωση.Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι οι εργοδότες πιθανότατα δεν θα αξιοποιήσουν τη ρύθμιση, καθώς -όπως υποστηρίχθηκε- «κοστίζει πολύ». Η αισιοδοξία αυτή, ωστόσο, παραβλέπει την πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς εργασίας, όπου η επισφάλεια και οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης αποτελούν ήδη διαδεδομένο φαινόμενο.Και το 13ωρο δεν αποτελεί μεμονωμένη παρέμβαση. Το νομοσχέδιο εισάγει επίσης δυνατότητα τετραήμερης εργασίας με δεκάωρα, fast track συμβάσεις διάρκειας ακόμη και δύο ημερών, κατακερματισμό της ετήσιας άδειας σε περισσότερα χρονικά διαστήματα, καθώς και απαλλαγές εισφορών για πρόσθετες υπερωρίες.Το σύνολο αυτών των ρυθμίσεων οδηγεί σε μια σταδιακή αλλά σαφή μεταβολή: ο χρόνος εργασίας παύει να αποτελεί σταθερό δικαίωμα και μετατρέπεται σε διαρκώς διαπραγματεύσιμη μεταβλητή.Γιατί όταν η εξάντληση παρουσιάζεται ως «ευκαιρία» και το 13ωρο βαφτίζεται «ευελιξία», η συζήτηση παύει να είναι τεχνική. Γίνεται βαθιά πολιτική. Και το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: εκσυγχρονισμός της εργασίας ή θεσμοθέτηση της εξάντλησης;

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News


© Xronos