Ιστορίες των Ελεύθερων Πολιορκημένων
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θανάση Χαλαζιά «ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β’ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ –Από τα “Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833” του Νικολάου Κασομούλη»
Ένα παλληκάρι, ο Κοζανίτης Νικόλας Τζιάρας από τον νταϊφά του Μπότσαρη, λέει χωρατεύοντας στον Κορομπιλιά κι άλλους πέντε-δέκα πολεμιστές, που ξαπόσταιναν λίγο παράμερα από την πρώτη συμπλοκή:
– Θέλετε να κάνουμε σεργιάνι; Ακολουθάτε με πέντ’-έξι και όλοι σταθείτε.
Βγάζει το σπαθί του και χιμάει μόνος του πίσω από το ανάχωμα που ήταν μαζεμένοι οι Τούρκοι, κι από κοντά πέντ’-έξι δικοί μας. Βλέποντάς τον με το σπαθί στο χέρι οι Αραπάδες σκοτώνονται ποιος να πρωτοφύγει. Ύστερα από λίγο ξεμυτίζουν πάλι, μα βόλια τους χτυπάνε από πίσω. Παρατάνε τότε τον αξιωματικό τους και ξανατρυπώνουν στα κοντινότερα ταμπούρια. Ο Τζιάρας με το σπαθί στο χέρι, μ’ όλη την αδιαφορία, προχωράει αγάλια-αγάλια, σεργιανίζοντας. Κοντά χίλιοι αδειάσαμε τα ντουφέκια μας να τον σκοτώσουμε (ενν. τον Τούρκο αξιωματικό), μα δεν τον είδαμε να πέφτει. Βρίσκουν τότε την ευκαιρία ο Νικόλας και οι άλλοι και γυρίζουν πίσω, μέχρι που έπαψε το ντουφεκίδι της Φρουράς. Και τότε πάλι, τρέχει ένας δικός μας με το γιαταγάνι στο χέρι κατά τα ταμπούρια τους. Με το που βλέπουν οι Αραπάδες ξεγυμνωμένο σπαθί, το βάζουν στα πόδια, κι αυτός από πίσω τους κυνηγά, όσο που τρύπωσαν στην ντάπια τους.
Όλη η Φρουρά απόρησε με τούτο, βλέποντας έναν να κυνηγάει τόσους και να μη γυρίζει ούτε ένας πίσω να τον ντουφεκίσει. Ο τυπογράφος μας, ο Μεσθενέας (σκοτώθηκε στην Έξοδο), αγαθός άνθρωπος όπως ήταν, έκανε το σταυρό του και παρακαλούσε το Θεό να φυλάξει τον στρατιώτη, που τόσο είχε ριψοκινδυνέψει. Είπε μάλιστα πως βγήκαν αληθινά τα λόγια του Δαβίδ «ο εις διώξει χιλίους». Εγώ του έλεγα ότι τέτοια παλληκάρια με τα σπαθιά στα χέρια τρομάζουν τον ίδιο το Χάρο πολλές φορές. Χαμογελούσε και απορούσε με μερικούς ανθρώπους που είναι τόσο απόκοτοι.
Το βράδυ οι Αρβανίτες άρχισαν πάλι τα συνηθισμένα. Φωνάζανε πότε τον ένα καπετάνιο και πότε τον άλλο λέγοντας:
– Τι καρτεράτε; Τι ελπίδες έχετε;
Αποκρίνονταν οι δικοί μας:
– Και τι ανάγκη έχουμε ωρέ; Επειδή πήρατε το Βασιλάδι, τον Ντολμά και το Αιτωλικό, θαρρέψατε ότι πήρατε και το Μεσολόγγι; Εμείς αυτά μπελά τα είχαμε, ανθρώπους τεμπέληδες ταΐζαμε. Θελήσαμε να τους βοηθήσουμε από δω με τους συντρόφους μας και είδατε τι πάθατε στον Ντολμά. Κι αν τον πήρατε, να ευχαριστάτε το Θεό που εκείνη τη μέρα δε βγήκαμε πρωτύτερα, γιατί τότε θα σας πελεκούσαν κι εκεί, όπως σας πελεκήσαμε εδώ. Πέρασε αυτό όμως. Έχουμε καιρό μπροστά. Κι ο πόλεμος με τον Μπραΐμη τώρα άρχισε.
Φωνάζει ένας Τουρκαλβανός:
– Εεε, του αποκρίνεται ο Έλληνας.
– Σε ποιόν τα λέτε αυτά καημένε και θέλετε να κάμετε κουρού γκαϊρέτι ωρέ; (Να λέτε πράγματα περιττά, να τα παραλέτε. Κυριολεκτικά, «να κάνετε ξερό κουράγιο»)
– Ξέρετε έναν παπά από το Αντελικό;
– Εκείνος ο παπάς μας είπε πως τον ζαϊρέ (τροφή) τον σώσατε και δεν έχετε ούτε για δυο μέρες.
Τότε αποκρίνεται ο Σουλιώτης Γιάννης Μπαϊρακτάρης που μίλαγε αρβανίτικα:
– Όσο ακούς τα γαϊδούρια να γκαρίζουν, ωρέ Τούρκε, μην ελπίζεις για Μεσολόγγι, μόνο φύλαγε το κεφάλι σου…
Κατά τις 17 του Μάρτη έστειλαν πάλι μαντατοφόρο οι πασάδες. Συνάχτηκαν ξανά οι καπεταναίοι, μα δεν έκριναν εύλογο ν’ ανταμωθούν και τους παράγγειλαν πως, ό,τι και έχουν να μας πουν, να το κάμουν γραφτό και να πάρουν πάλι γραφτή απάντηση, γιατί οι κουβέντες δεν τελειώνουν. Στις 22 του ίδιου μήνα βλέπουμε να έρχεται ένας με το γράμμα πάνω σ’ ένα ξύλο. Έστειλαν αμέσως και το πήραν, κι όλοι συναχτήκαμε να δούμε τι λέει. Αυτός που το έγραφε δε γνώριζε καλά τη γλώσσα κι έλεγε:
Βεζίρ Ρεσχιούτ Μεχμέτ Πασιάς Ρούμελι Βαλεσί, Σερασκέρης (Τ.Σ.)
Βεζίρ Ιμπραήμ Πασιάς Μόρα Βαλεσί Τζέτα Βαλεσί, Σερασκέρης (Τ.Σ.)
Προς τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου. Κατά την ομιλίαν όπου εζητήσατε να κάμετε με τον αγαπημένον μας Μαχμούτμπεη Κορωναίον, η απόκρισίς μας είναι........
