Ο βιαστής, το «cancel» και οι βιασμοί της λογικής
Η καταγγελία είναι τόσο βαριά και αποτρόπαιη, που κάποιος πρέπει να πάει φυλακή: ή αυτός που καταγγέλλεται ως βιαστής, ή αυτή που καταγγέλλει πιθανά ψευδώς και όσοι αναπαράγουν τις κατηγορίες. Ας δούμε το περιστατικό που δεν είναι τόσο περιστατικό αλλά επικίνδυνο κοινωνικό σύμπτωμα που εμφανίζεται ως ριζοσπαστισμός και κίνημα.
Μία ενήλικη γυναίκα, κατήγγειλε έναν άντρα ο οποίος έχει πετυχημένη επαγγελματική πορεία ως τον βιαστή της. Ο άντρας φέρεται να εκμεταλλεύτηκε τον θαυμασμό που είχε η γυναίκα στο πρόσωπό του και να προχώρησε σε βιασμούς επί χρόνια. Στην καταγγελία που δημοσιεύτηκε αρχικώς σε «κινηματικό» διαδικτυακό τόπο και στη συνέχεια αναπαρήχθη και από επίσημα Μέσα Ενημέρωσης, όπως η «Εφημερίδα των Συντακτών», δεν υπάρχουν τα στοιχεία ούτε του υποτιθέμενου βιαστή, ούτε του θύματος. Ο δράστης όμως φωτογραφίζεται επαρκώς ώστε να πληρώσει το τίμημα του εξευτελισμού, χωρίς να μπορεί ταυτόχρονα να υπερασπίσει τον εαυτό του αφού αποκαλύπτοντας την ταυτότητά του θα υποστεί όλο το κόστος. Θυμίζω, ότι το δικαίωμα να υπερασπίζεται κάποιος τον εαυτό του, είναι βασική αρχή της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου.
Η καταγγελία, αν την κρίνουμε δημοσιογραφικά ή έστω λογικά, δεν έχει εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει αποδείξεις ώστε να δικαιολογήσει τη δημοσίευση με ζητούμενο να ενημερωθεί η κοινωνία. Ούτε το θύμα έχει καταγγείλει, πως επιχείρησε να βρει το δίκιο του και βρέθηκε αντιμέτωπο με κάποια καθόλου άγνωστη στην κοινή γνώμη, προσπάθεια συγκάλυψης. Αντιθέτως, η ίδια περιγράφει μια σχέση, κατά τη διάρκεια της οποίας, επί χρόνια, ήταν σε επαφή με αυτόν που καταγγέλλει ως βιαστή της και είχε επανειλημμένα σεξουαλικές επαφές μαζί του. Αυτές γίνονταν σε σπίτια, ακόμη και στο πάρκο, μετά από εκτεταμένες και δημόσιες επαφές (βόλτες, επισκέψεις σε ουζερί κλπ).
Ο καταγγελλόμενος ως βιαστής, δεν τη φυλάκισε, δεν την έδεσε, δεν την απείλησε για να οδηγηθεί στην πράξη, στην οποία η ίδια προσερχόταν. Το «θύμα» περιγράφει πολλές λεπτομέρειες της σεξουαλικής συνεύρεσής τους ώστε να είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί (κυρίως από τον ίδιο) και ομολογεί πως μετά την κάθε συνεύρεσή τους ένιωθε αποτροπιασμό και δυσφορία. Ωστόσο αυτός ο αποτροπιασμός δεν την εμπόδιζε από το να ξαναβρεθεί μαζί του και μάλιστα αυτοβούλως. Επίσης, ο μετά την πράξη αποτροπιασμός, δεν αποτελεί στοιχείο βιασμού, αλλά μια αίσθηση που διακατέχει εκατομμύρια ανθρώπους γιατί έκαναν λάθος επιλογές συντρόφων.
Στο προσωπικό αφήγημα που στοιχειοθετεί την εικόνα του θύματος, υπάρχουν δύο ακόμη στοιχεία. Αφενός η καταγγέλλουσα είναι μητέρα μονογονεϊκής οικογένειας, αφετέρου ο καταγγελλόμενος, είναι γνωστός «αντιρατσιστής, κινηματικός, αντισεξιστής». Άρα η ανάγκη για κοινωνική τιμωρία γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αφού ο «δράστης» καταπάτησε τις αρχές ενός χώρου στον οποίο προφανώς απευθύνεται η γυναίκα.
Το κύριο ερώτημα, προφανώς είναι αν υπήρξε βιασμός. Η κοινή γνώμη όμως καλείται να απαντήσει, κάνοντας υποθέσεις και παίρνοντας θέση, όχι για να υπάρξει κάποια τιμωρία επί της ουσίας. Η προσφυγή στη λογική της «κοινωνικής τιμωρίας» του γνωστού πλέον «cancel», δεν γίνεται για να σπάσει το φράγμα της σιωπής και του φόβου (όπως έτρεξε να διατυπώσει γνωστή πολιτικός), αλλά για λόγους που μπορεί να είναι εκδίκηση ή προσωπική επιβεβαίωση. Ποιο είναι άραγε εκείνο το στοιχείο που μετατρέπει την εντύπωση πως υπήρξε μια σχέση που δεν πήγε και πολύ καλά σε βεβαιότητα για βιασμό;
Υπήρξαν και στην Ελλάδα περιπτώσεις, που η κινητοποίηση της κοινής γνώμης μετά από καταγγελίες, ανάγκασε τη Δικαιοσύνη να παρέμβει αλλά και άλλες γυναίκες να υπερβούν τον φόβο τους και να καταγγείλουν. Δεν είναι όμως η κάθε καταγγελία βάσιμη, ούτε μπορεί κοινωνία να μετατραπεί σε όχλο που ζητά λιντσάρισμα αφού βαφτίζει αυτή τη διαδικασία κινηματική απαίτηση.
Στις ΗΠΑ, εδώ και χρόνια έχει δημιουργηθεί μια ανυπέρβλητη κατάσταση. Οι καθηγητές των Πανεπιστημίων, συναντούν τους φοιτητές τους με ανοιχτές πόρτες, από τον φόβο για καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης. Η τακτική αυτή δεν έχει υιοθετηθεί για να μην γίνονται........
