Φωτογράφισέ με
Αύγουστος στη Λισσαβώνα. Ο κόσμος πηγαινοέρχεται στον πεζόδρομο της Rua Cor-de-Rosa, κάτω από τις πολύχρωμες ομπρέλες που δίνουν εικαστική διάσταση και κυριολεκτικά χρώμα στη μεσημεριανή βόλτα. Οι περισσότεροι φωτογραφίζουν και φωτογραφίζονται μπροστά στο χαρούμενο φόντο. Προφανώς είμαι ένας από αυτούς.
Στην παρέα μπροστά μου μια κοπέλα έχει στραμμένη την πλάτη ενώ ο σύντροφός της κινεί συνεχώς το χέρι του πίσω από την πλάτη της φορώντας ένα ακριβό ρολόι. Το καρέ είναι καταπληκτικό και αποφασίζω να κάνω μερικά κλικ (η πλάτη και το χέρι με το ρολόι που βλέπετε στη σελ. 1), ενώ ταυτόχρονα σκέφτομαι μια στωική λεζάντα όπως «Μην εμπιστεύεσαι τον χρόνο. Χτυπάει πισώπλατα». Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ενώ βλέπω τις φωτογραφίες που τράβηξα έρχεται δίπλα μου μια κυρία και με ρωτά επιτακτικά: «Tους γνωρίζεις αυτούς μπροστά σου;».
Σαστισμένος στην αρχή απαντάω «όχι» και αυτή συνεχίζοντας στον ίδιο επικριτικό τόνο μου λέει: «Απαγορεύεται να φωτογραφίζεις». Την κοιτάω με βλέμμα αφελούς και βλάκα ταυτόχρονα και της απαντώ: «Α, ναι;». Η κυρία αποχωρεί με αυταρέσκεια ότι έπραξε το καθήκον της κι εγώ το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι πως τέρατα της φωτογραφίας του δρόμου όπως οι Henri Cartier-Bresson, Robert Frank, Garry Winogran, William Klein, Josef Koudelka, Daido Moriyama, Bruce Gilden δεν θα είχαν δώσει τίποτα από την τέχνη και τη ματιά τους στον κόσμο επειδή απλώς απαγορεύεται να φωτογραφίζουν.
Το περιστατικό ήταν ένα απλό περιστατικό και η παραίνεση της κυρίας ίσως στους περισσότερους να φαντάζει σήμερα λογική. Το «με ποιο δικαίωμα φωτογραφίζεις» φαίνεται ως η υπεράσπιση ενός προσωπικού δικαιώματος που δίνει αέρα στη δημοκρατία. Τα λεγόμενα προσωπικά δεδομένα ή μάλλον η επέκτασή τους προς πάσα κατεύθυνση δεν παράγει αυτοδίκαια δημοκρατία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε απειλή.
Η ιερή αγελάδα των προσωπικών δεδομένων καταλήγει σταδιακά σε Ιερά Εξέταση για την ανθρώπινη ελευθερία και κυρίως για τη λειτουργία του δικαιώματος στo πραγματικό του πλαίσιo, δηλαδή μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Δεν υπάρχει δικαίωμα εν κενώ, εκτός κοινωνίας και κοινωνικής λειτουργίας.
Το «δικαίωμα» όμως ξαφνικά μετατρέπεται σε προσωπική υπόθεση, αποστειρωμένη λειτουργία και (κυρίως) σε κάτι που ορίζεται μονομερώς και επικυρώνεται νομικά με άδειες.
Εδώ και χρόνια έχω έναν προβληματισμό: τι είναι αυτό που κάνει τους πολίτες να γίνονται ευαίσθητοι σε ό,τι αφορά δικαιώματα «προσωπικού πεδίου» αλλά αδιάφοροι σε καθοριστικά δικαιώματα που καθορίζουν ακόμη και τη βιολογική τους ύπαρξη; Γιατί το δικαίωμα στον σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό δημιουργεί κινήματα (και καλώς) αλλά το δικαίωμα να ζεις με ευπρέπεια, έχοντας κοινωνικές πρόνοιες που έχεις πληρώσει με τους φόρους σου, είναι στη συνείδησή μας ένα ανεκπλήρωτο δικαίωμα που δεν αξίζει να μάχεσαι; Για να πάω στην κυρία της Rua Cor-de-Rosa που με επέκρινε, πόσο πιθανό είναι να αγανακτήσει με την εικόνα ενός εξαθλιωμένου ανθρώπου που είναι ξαπλωμένος στον δρόμο και δεν έχει να φάει και να ζητήσει τα ρέστα, όπως έκανε με τη φωτογράφιση; Γιατί........
