Το ελληνικό παράδοξο της PISA
Με αφορμή την έκθεση αποτελεσμάτων του διαγωνισμού PISA του ΟΟΣΑ για το 2025, η ελληνική αρθρογραφία έχει ήδη ασχοληθεί εκτεταμένα με τον χαρακτηρισμό και την ερμηνεία των ευρημάτων σε ό,τι αφορά τα «επιτεύγματα» της χώρας μας, τα οποία αποκαλύπτουν ότι το 49,5% των μαθητών ηλικίας 15 ετών παρουσιάζουν υστέρηση στην πραγματοποίηση απλών μαθηματικών πράξεων, το 43,8%, δυσκολεύονται στην αντίληψη απλών νοημάτων σε αναγνωστικά κείμενα και το 40,9% δεν φτάνουν το βασικό επίπεδο στις φυσικές επιστήμες.
Ιδωμένη από μια άλλη συγκριτική σκοπιά, παρά την ύπαρξη ορισμένων σταθεροποιητικών ενδείξεων της πτωτικής της πορείας σε σχέση με προηγούμενους διαγωνισμούς, η μέση απόδοση των Ελλήνων μαθητών παρέμεινε κατά 8% κατώτερη του μέσου όρου όλων των χωρών στην κατανόηση κειμένου και κατά 10% κατώτερη τόσο στις φυσικές επιστήμες όσο και τα μαθηματικά, ενώ κινήθηκε ακόμα χαμηλότερα στις ίδιες γνωστικές περιοχές –αντίστοιχα κατά 27%, 14% και 24%– αντιπαραβαλλόμενη με την επίδοση των «top performer» χωρών του διαγωνισμού (B-S-J-Z Κίνα και Σιγκαπούρη).
Η αντίφαση ανάμεσα στη σχολική και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
Τηρώντας μια μεθοδολογική επιφύλαξη, υπό την έννοια ότι η PISA και η συμμετοχή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μετρούν διαφορετικά πράγματα και αφορούν διαφορετικές ηλικίες, θα μπορούσαμε ως υπόθεση εργασίας να θεωρήσουμε βάσιμα ότι χώρες στις οποίες οι μαθητές εμφανίζουν υψηλότερες επιδόσεις στην PISA τείνουν να έχουν και υψηλότερη συμμετοχή/ολοκλήρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (σ.σ. ως προγνωστικός δείκτης και όχι ως μοναδικός παράγοντας), υπό την έννοια ότι υφίσταται μια ευρύτερη συστημική σύνδεση μεταξύ ποιότητας σχολικής και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
Μια τέτοια συσχέτιση μπορεί να λειτουργεί στα επίπεδα τόσο της ακαδημαϊκής ετοιμότητας (ότι, δηλαδή, μαθητές με υψηλές επιδόσεις στην PISA συνήθως έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να ολοκληρώσουν απαιτητικά προγράμματα της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και να εισαχθούν στα πανεπιστήμια) όσο και της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος (ότι, δηλαδή, συστήματα που αποδίδουν καλά στην PISA συνήθως έχουν περισσότερο ανανεωμένα εκπαιδευτικά προγράμματα, καλύτερα καταρτισμένους εκπαιδευτικούς, πιο σύγχρονες υποδομές, ισχυρότερη μαθησιακή κουλτούρα και λιγότερες ανισότητες).
Βέβαια, αυτή η συσχέτιση δεν είναι πάντα τέλεια ή καθολική, καθώς υπάρχουν χώρες με υψηλές επιδόσεις PISA, αλλά χαμηλή τριτοβάθμια συμμετοχή, η οποία μπορεί να εξηγείται λογικά (π.χ. από τη διάθεση εναλλακτικών εκπαιδευτικών διαδρομών, όπως, φέρ’ ειπείν, στη Γερμανία της ισχυρής επαγγελματικής εκπαίδευσης) και, στον αντίποδα, χώρες με αρκετά μέτριες επιδόσεις PISA, όμως, παραδόξως, με υψηλή τριτοβάθμια συμμετοχή (π.χ. Ελλάδα).
Η χώρα μας δείχνει να τα πηγαίνει πολύ καλύτερα σε ό,τι αφορά την έκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Η χώρα μας δείχνει να τα πηγαίνει πολύ καλύτερα σε ό,τι αφορά την έκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Πράγματι, σε αντίθεση με τις χαμηλές μαθητικές της επιδόσεις στην PISA, η χώρα μας δείχνει να τα πηγαίνει........
