Απαγόρευση προϊόντων καταναγκαστικής εργασίας: Τι αλλάζει το 2027 και γιατί αφορά και την Κρήτη
Θα ξεκινήσω με κάτι που ακούω σχεδόν καθημερινά από πελάτες, και που το πιστεύω και η ίδια. Ο ρυθμός με τον οποίο παράγεται νομοθεσία τα τελευταία χρόνια έχει ξεπεράσει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να την αφομοιώσουν. Δεν προλαβαίνουμε να καταλάβουμε τη μία υποχρέωση και σκάει η επόμενη. CSRD, CSDDD, κανονισμός για την αποψίλωση, κανονισμός για τις μπαταρίες, κανονισμός για τις συσκευασίες, οδηγία για τη μισθολογική διαφάνεια, μητρώα παραγωγού, κλιματικός νόμος. Η λίστα είναι τεράστια. Και από πάνω έρχεται μια Omnibus να τα ξαναγράψει όλα και να μειώσει υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα κανόνες που είχαν σχεδιαστεί για τις μεγάλες επιχειρήσεις να καταλήγουν, μέσω της αλυσίδας εφοδιασμού, να αφορούν τελικά όλους.
Το πρόβλημα δεν είναι ο αριθμός των κειμένων. Ούτε το περιεχόμενό τους. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν, είναι σωστά, και προσωπικά θα τα ήθελα ακόμη πιο αυστηρά. Το πρόβλημα είναι ότι η αυστηρότητα κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και όχι προς τις κυβερνήσεις και τις δικές τους αποφάσεις.
Ένα παράδειγμα που το ξέρουμε καλά. Τον Μάρτιο του 2017, στην υπόθεση Chowdury και λοιποί κατά Ελλάδας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι 42 εργάτες από το Μπαγκλαντές στις φράουλες της Μανωλάδας είχαν υποστεί καταναγκαστική εργασία και εμπορία ανθρώπων, και καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Η καταδίκη δεν αφορούσε τους εργοδότες, αφορούσε το κράτος: επειδή δεν έλαβε μέτρα προστασίας ενώ γνώριζε, και επειδή δεν διενήργησε αποτελεσματική έρευνα. Οι άνθρωποι δούλευαν δώδεκα ώρες υπό την επίβλεψη ενόπλων, ζούσαν σε παραπήγματα χωρίς τουαλέτες και τρεχούμενο νερό, και δεν πληρώνονταν για μήνες. Όταν ζήτησαν τα δεδουλευμένα, δέχθηκαν πυροβολισμούς. Το Δικαστήριο επιδίκασε αποζημιώσεις άνω των 500.000 ευρώ.
Δεν το αναφέρω για να ανοίξω παλιές πληγές. Το αναφέρω γιατί δείχνει την ασυμμετρία. Μια μικρή κρητική επιχείρηση θα κληθεί από το 2027 να τεκμηριώνει συνθήκες εργασίας στον τέταρτο κρίκο της αλυσίδας της, σε μια χώρα που ίσως δεν έχει ποτέ επισκεφθεί, ενώ το ίδιο το κράτος καταδικάστηκε επειδή δεν προστάτευσε ανθρώπους που δούλευαν δύο ώρες μακριά από την Αθήνα. Αυτή η ασυμμετρία είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές επιχειρήσεις βιώνουν τη συμμόρφωση ως υποκρισία και όχι ως πολιτική.
Τι λέει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/3015
Απαγορεύει τη διάθεση και τη διαθεσιμότητα στην αγορά της Ένωσης, καθώς και την εξαγωγή, προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία. Τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2024 και εφαρμόζεται από τις 14 Δεκεμβρίου 2027. Τον Ιούνιο του 2026 η Επιτροπή δημοσίευσε τις Κατευθυντήριες Γραμμές εφαρμογής.
Το πεδίο είναι σκόπιμα ευρύ. Όλα τα προϊόντα, όλοι οι κλάδοι, εγχώρια και εισαγόμενα, σε οποιοδήποτε στάδιο εξόρυξης, συγκομιδής, παραγωγής ή μεταποίησης, ακόμη και αν το «μολυσμένο» υλικό είναι ένα μικρό εξάρτημα του τελικού προϊόντος. Δεν υπάρχει κατώφλι τζίρου, δεν υπάρχει λίστα εξαιρούμενων κλάδων και δεν υπάρχει μεταβατική περίοδος για τα υπάρχοντα αποθέματα. Προϊόν που διατίθεται στην αγορά μετά τις 14 Δεκεμβρίου 2027 πρέπει να είναι συμμορφούμενο, ακόμη και αν παρήχθη ή εισήχθη νωρίτερα. Καλύπτονται και οι διαδικτυακές πωλήσεις που απευθύνονται σε τελικούς χρήστες στην ΕΕ.
Υπάρχει ένα σημείο που πρέπει να ειπωθεί καθαρά, γιατί αλλάζει τα πάντα: ο Κανονισμός επιβάλλει υποχρέωση αποτελέσματος, όχι υποχρέωση μέσου. Ένα προϊόν που φτιάχτηκε με καταναγκαστική εργασία δεν μπορεί να διατεθεί, ακόμη και αν η επιχείρηση έχει στήσει ένα άψογο σύστημα συμμόρφωσης. Η πολιτικές και οι διαδικασίες δέουσα επιμέλεια δεν είναι ασπίδα. Είναι ο τρόπος να μειώσεις τον κίνδυνο και να αποδείξεις τι έκανες.
Όταν η εικαζόμενη καταναγκαστική εργασία συμβαίνει εκτός ΕΕ, επικεφαλής αρμόδια αρχή είναι η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όταν συμβαίνει εντός κράτους μέλους, η αρμόδια εθνική αρχή. Οι έρευνες είναι διοικητικές, δεν προϋποθέτουν ποινική δίωξη, και το βάρος απόδειξης το φέρει η αρχή. Στην πράξη όμως, όπως λένε ρητά οι Κατευθυντήριες Γραμμές, η αδυναμία μιας επιχείρησης να προσκομίσει στοιχεία ιχνηλασιμότητας βαραίνει αρνητικά στη συνολική αξιολόγηση.
Αν εκδοθεί απόφαση παράβασης, ακολουθεί απαγόρευση διάθεσης και εξαγωγής, απόσυρση από την αγορά, καταστροφή με έξοδα της επιχείρησης και αφαίρεση των διαδικτυακών καταχωρίσεων. Η απόφαση ισχύει σε ολόκληρη την ΕΕ και όχι μόνο για την ελεγχόμενη εταιρεία: καλύπτει κάθε οικονομικό φορέα που διαθέτει το ίδιο προϊόν. Μια απόφαση που αφορά έναν προμηθευτή γίνεται αυτομάτως κίνδυνος για κάθε επιχείρηση που προμηθεύεται από αυτόν.
Η καραμέλα «εδώ είμαστε Ευρώπη»
Κάθε φορά που παρουσιάζω αυτό το θέμα, κάποιος θα πει ότι........
